ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΤΑΝ

Νοέμβριος 27, 2006



Είχε αφήσει πάνω στά χέρια
στό δέρμα τού προσώπου
τίς εικόνες διάφανες –
όπως ήταν τά μάτια
καί τά βλέμματα πού άγγιζαν τό ένα τό άλλο
χωριστά.
Μέ τον ήλιο τού απογεύματος
ανάμεσα στά σώματα
όταν ο χρόνος μεγάλωνε
ωνειρευόταν αγγίζοντας
χωριστά,
τό χέρι γύρω από τή μέση.
Θυμόταν τίς λιγοστές λάμψεις,
τά απαλά φώτα,
γύρω από τίς ρυτίδες τού αέρα.
Έφευγε καί στεκόταν.
Ήταν ο φόβος καί ο χρόνος
πού έβλεπε πώς υπήρχαν εκεί πού περίμενε
μέ τόν άνεμο από τή θάλασσα
νά τυλίγει τά σώματα
εκεί πού έμεναν τώρα
ανυπόστατα λυγίζοντας.